Στις 27 Οκτωβρίου 1940, σαν χτες, στα γήπεδα όλης της χώρας διεξάγονταν αγώνες. Μία ημέρα μετά, οι άσοι του ποδοσφαίρου είχαν ντυθεί στο χακί και προωθούνταν στο μέτωπο της Αλβανίας.
Το πρωτάθλημα είχε ξεκινήσει στις 6 Οκτωβρίου 1940 και γινόταν σε τρεις ομίλους, των Ενώσεων Αθήνας, Πειραιά και Μακεδονίας (Θεσσαλονίκη). Ηταν Κυριακή και για το πρωτάθλημα των πόλεων, ο Πειραιάς κέρδιζε με 3-1 την Πάτρα (Βογιανάκος, Ντόντας και Αναματέρος πέτυχαν τα γκολ των νικητών, Λουης σκόραρε για τους ηττημένους) και η Αθήνα με 6-0 τον Βόλο (3 γκολ Τζανετής κι από ένα οι Βασιλείου, Τριανταφυλλίδης, Μαρόπουλος).
Στη Θεσσαλονίκη έπαιξαν στις 26 Οκτωβρίου, με τον Ηρακλή να κερδίζει 1-0 τον Μέγα Αλέξανδρο και τον Άρη μια μέρα αργότερα, Κυριακή 27 Οκτωβρίου 1940, να επικρατεί 4-0 της ΜΕΝΤ. Άρης και ΠΑΟΚ είχαν από δυο νίκες και μια ισοπαλία, το μεταξύ τους 2-2 στις 13 Οκτωβρίου 1940.
Από τις πρώτες ημέρες του πολέμου ανάμεσα στους χιλιάδες νέους που έσπευσαν να καταταγούν στον Στρατό, ήταν και πλήθος ποδοσφαιριστών. Κάποιοι από αυτούς γύρισαν σακατεμένοι σωματικά και ψυχικά από το μέτωπο, κάποιοι δεν γύρισαν.
Ο ΠΑΟΚ ήταν μία από τις ομάδες που πλήρωσαν βαρύ φόρο αίματος κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου. Δύο ποδοσφαιριστές του «Δικέφαλου» άφησαν την τελευταία τους πνοή μαχόμενοι για τη λευτεριά της πατρίδας. Ο μπακ Γιώργος Βατίκης και ο τερματοφύλακας Νίκος Σωτηριάδης.

Ο Βατίκης ήταν μάλιστα πρώτος αθλητής που έχασε τη ζωή του στον πόλεμο, καθώς θάνατος του στις 17 Νοεμβρίου προηγήθηκε κατά μία ημέρα αυτού του Μίμη Πιερράκου του Παναθηναϊκού. Λίγες ημέρες πριν από την κήρυξη του πολέμου ο 22χρονος άσος του ΠΑΟΚ είχε αποφοιτήσει από τη Σχολή Εφέδρων της Σύρου. Στο μέτωπο βρέθηκε με το βαθμό ανθυπασπιστή να διοικεί μία ομάδα πολυβολητών, που είχε αποσπαστεί στο 27ο Σύνταγμα Πεζικού. Στις 17 Νοεμβρίου η ομάδα του είχε αποστολή να υπερασπιστεί το καθοριστικής σημασίας για την έκβαση της μάχης ύψωμα 1878 (Μοράβα), που τις προηγούμενες ημέρες είχε αλλάξει εφτά φορές χέρια.
Η ομάδα του Βατίκη άντεξε σε τρεις ιταλικές επιθέσεις. Οι δέκα άντρες του πεθαίνουν, και αν και τραυματίας σταματάει μόνος το τελευταίο κύμα. Όταν το σούρουπο έφτασαν οι ενισχύσεις ο ανθυπολοχαγός Κωνσταντίνος Κολόμβας τον βρήκε και αυτόν νεκρό πάνω από το πολυβόλο του. Οι εφημερίδες της εποχής έγραψαν ότι θυσία του άνοιξε στον Ελληνικό Στρατό το δρόμο για την Κορυτσά. Μετά θάνατον, Βατίκης προήχθη σε ανθυπολοχαγό και του απονεμήθηκε Αργυρούν Αριστείο Ανδρείας και Δίπλωμα Ευγνωμοσύνης της Πατρίδος.

Ο Σωτηριάδης γεννήθηκε το 1908 στα Μουδανιά, και στη Θεσσαλονίκη έφτασε με τα απομεινάρια της οικογένειάς του μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Ήταν ατρόμητος τερματοφύλακας και ο μόνος που τολμούσε να πέσει στα πόδια του θρυλικού επιθετικού του Αρη Κλεάνθη Βικελίδη, του επονομαζόμενου και «τανκ». Το 1938 έγινε πρώτος παίκτης του ΠΑΟΚ, που φόρεσε τη φανέλα της Εθνικής. Στον πόλεμο υπηρέτησε στο 50ό Σύνταγμα Πεζικού με το βαθμό του λοχία.
Σκοτώθηκε και αυτός στη Μάχη της Κλεισούρας, όταν στις 28 Ιανουάριου του ‘41 ηγήθηκε μίας επίθεσης κατά οχυρών ιταλικών θέσεων στο ύψωμα της Τσέροβας.


